Ο Άγιος Μηνάς γεννήθηκε από ειδωλολάτρες γονείς το 250 μ.Χ. στο Νίκιο της Αιγύπτου, το σημερινό Κάιρο. Σαν μεγάλωσε, κατατάχθηκε στο ιππικό τάγμα των Ρουταλικών, που διέμεινε στο Κοτυάειο της Φρυγίας (σημερινή Κιουτάχεια), κάτω απ’ τις διαταγές του ταξιάρχου Φιρμηλιανού. Ενώ υπηρετούσε στο στρατό ο Μηνάς είχε την καλή τύχη να γνωρίσει τον χριστιανισμό και να πιστέψει στον Χριστό τον οποίο ακολούθησε και τελικά δόξασε με την ομολογία του και το μαρτύριο του.
Μια μέρα ο Μηνάς όταν άκουσε πως με διαταγές του αυτοκράτορα οι στρατιώτες μπορούσαν να συλλαμβάνουν τους χριστιανούς και να τους βασανίζουν, δεν άντεξε να εφαρμόσει ένα τόσο σκληρό πρόσταγμα κι αφού πέταξε τη στρατιωτική του ζώνη λιποτάκτησε ανεβαίνοντας σε ένα βουνό πιο κάτω από Κοτυάειο για ν’ ασκητέψει. Θεώρησε πιο σωστό να ζει με τα άγρια θηρία παρά να ζει με τους εχθρούς του χριστιανισμού.
Έμεινε εκεί για αρκετό καιρό νοιώθοντας για ανακούφιση του μόνο τις προσευχές, τις νηστείες, τις αγρυπνίες και τη μελέτη του θείου λόγου. Όταν ένιωσε αρκετά δυνατός κατέβηκε από το βουνό έτοιμος να παραδεχτεί στους ειδωλολάτρες πως ένας είναι ο αληθινός Θεός, ο Χριστός, και να τους αντιμετωπίσει. Ο Άγιος υπέστη φρικτά βασανιστήρια για την αφοσίωση του στον Χριστό και τελικά τον αποκεφάλισαν με διαταγή του τότε διοικητή της πόλης, Πύρρο. Ο Άγιος τιμάται την ημέρα της κοίμησης του, την 11η του μηνός Νοεμβρίου.
Ο Άγιος Μηνάς γίνεται πολιούχος του Ηρακλείου διότι από το 1600 μ. Χ. οι κάτοικοι του αφιέρωσαν ναό για να τον τιμούνε. Ο Άγιος δεν ξέχασε την μεγάλη ευσέβεια των κατοίκων και φανερώθηκε θαυμαστά σε δυο γεγονότα στο Ηράκλειο.
Το 1826 οι Τούρκοι του Ηρακλείου επειδή μάθαιναν τις επιτυχίες των επαναστατημένων Ελλήνων του 1821 επιζητούσαν ευκαιρία για να ικανοποιήσουν την επιθυμία τους , να σφάξουν να λεηλατήσουν και να πυρπολήσουν καθετί ελληνικό. Έτσι διάλεξαν την ημέρα του Πάσχα 18 Απριλίου, ώστε όλοι οι χριστιανοί θα ήταν μαζεμένοι στο ναό του Μεγαλομάρτυρα Μηνά και βρίσκοντας τους ανέτοιμους θα τους έσφαζαν σαν αρνιά.
Για να ξεγελάσουν τότε την αντίδραση της ντόπιας διοίκησης, έβαλαν φωτιά σε διάφορες συνοικίες που ήταν απομακρυσμένες από τη Μητρόπολη. Την ώρα που διάβαζε το ευαγγέλιο ο Μητροπολίτης Καλλίνικος πλήθος Τούρκων περικύκλωσαν το ναό και ήταν έτοιμοι να ορμήσουν, για να αρχίσουν το απαίσιο έργο τους. Ξαφνικά παρουσιάστηκε ανάμεσα τους ένας ασπρομάλλης γέροντας, καβαλάρης που διέτρεχε έξω από την εκκλησία και με γυμνό ξίφος απομάκρυνε τους Τούρκους.
Οι βάρβαροι επιδρομείς έφυγαν τότε τρομαγμένοι, γιατί κατελήφθησαν από ανεξήγητο φόβο κι έτσι ματαιώθηκε το βάρβαρο σχέδιο τους.
Οι Τούρκοι που επέδρασαν εξαιτίας του νυχτερινού σκότους και της σύγχυσης που ακολούθησε ανάμεσα τους, εξέλαβαν τον άγιο, πως ήταν ο πρώτος των προκρίτων τους, ο Αγιά Αγά, που ίσως εστάλη από το διοικητή της πόλης για ματαίωση της σφαγής. Γι’ αυτό έτρεξαν σ’ αυτόν και διαμαρτυρήθηκαν διότι τους διέλυσε. Ο διοικητής τότε τους διαβεβαίωσε πως δε γνώριζε τίποτα σχετικά με το ζήτημα που του ανάφεραν και πως ο πρώτος των προκρίτων του εκείνο το βράδυ βρισκόταν στο σπίτι του και δεν απομακρύνθηκε απ’ αυτό. Τότε οι Τούρκοι εννόησαν πως οι χριστιανοί σώθηκαν με τη θαυματουργική παρέμβαση του πολιούχου της πόλης Αγίου Μηνά.
Έτσι από τότε ξετίμησαν τον Άγιο πιο πολύ και γι’ αυτό πρόσφεραν κι αυτοί διάφορα δώρα στην εκκλησία του κάθε χρόνο. Μερικοί Επίσκοποι τότε της Κρήτης ύστερα απ’ αυτή τη θαυμαστή διάσωση του Ηρακλείου, κάνανε σύσκεψη, όπου έλαβαν μέρος ο Επίσκοπος Αρκαδίας Μάξιμος , της Σητείας Μελέτιος και της Πέτρας Δωρόθεος κι αποφάσισαν να γιορτάζεται αυτό το θαύμα κάθε χρόνο την Τρίτη της Διακαινησίμου, στον παλιό Μητροπολιτικό ναό. Μάλιστα τότε εκτίθεται κατά τον εσπερινό για προσκύνηση μέρος των λειψάνων του Αγίου, που δωρίθηκαν το 1733 απ’ τον Αρχιεπίσκοπο του Σινά Νικηφόρο, στον Μητροπολίτη Κρήτης Γεράσιμο Λετίτζη.
Τέλος, όταν έγινε η μάχη της Κρήτης με τους Γερμανούς το Μάιο του 1941, τους βοήθησε ενεργά, σαν χτυπούσαν με βόμβες το ναό του. Μάλιστα ο Άγιος απέτρεψε την καταστροφή του ναού του, όταν δυο βόμβες που έπεσαν στον προαύλιο χώρο του αστόχησαν, επειδή η μια έπεσε στην άλλη μεριά του προαύλιου χώρου χωρίς να εκραγεί, η άλλη η πιο μεγάλη, έπεσε κοντά στο ναό και χώθηκε στη γη ως τρία μέτρα, χωρίς να προξενήσει καμία καταστροφή. Όταν ακόμα γίνονταν βομβαρδισμοί στην πόλη, οι κάτοικοι κατέφευγαν συχνά στο ναό, που η μεγάλη χάρη του ήταν αρκετή για να τους προφυλάγει.