09/09/2026

Της Γεωργίας Δραμητινού

 

Η βυζαντινή υμνολογία κρύβει πολλούς θησαυρούς, οι οποίοι δεν είναι γνωστοί στο λαό στο μεγαλύτερο μέρος των ανθρώπων. Η μορφωτική αξία της βυζαντινής υμνογραφίας είναι μεγάλη, όμως παράλληλα η κρίση που παρατηρείται στη γλωσσική παιδεία τα τελευταία χρόνια αποτελεί τροχοπέδη για την κατανόηση της λειτουργικής γλώσσας και των ύμνων της εκκλησίας, ιδιαίτερα από τους νέους. Παρόλα αυτά το κοντάκιο του Ακάθιστου Ύμνου  παρακολουθείται με κατάνυξη από τους ορθοδόξους, καθώς τιμά ιδιαίτερα την Θεοτόκο και την αισθάνεται τόσο κοντά του. Ο ύμνος είναι διαφορετικά γνωστός με τη λαϊκή ονομασία «Χαιρετισμοί στην Παναγία». Παρόλο που ο λαός δεν γνωρίζει πολλά πράγματα για την ιστορία της προέλευσής του, συμμετέχει τις ανοιξιάτικες ημέρες στην ακολουθία δείχνοντας την ευλάβειά του προς την Παναγία σιγοψάλλοντας μαζί με τους ψάλτες τον κανόνα και με τους ιερείς τους οίκους.  Το κοντάκιο είναι έμμετρη ομιλία και έχει χαρακτήρα διαπαιδαγώγησης και ψυχαγωγίας των πιστών. Επομένως, δεν θα μπορούσαμε να παραβλέψουμε την διαχρονική παιδαγωγική αξία του μέσα από τις ακολουθίες της εκκλησίας.

Πιο συγκεκριμένα, ο Ακάθιστος Ύμνος αποτελεί έναν αρχαιότατο και θεολογικότατο ύμνο και τον μόνο ακέραιο ύμνο που εισήχθη στη χριστιανική ακολουθία απ όλους τους ύμνους που συντέθηκαν ποτέ. Είναι ένα μοναδικό δημιούργημα λυρισμού και ποίησης που σαγηνεύει λόγιους και μη, πιστούς αλλά και αδιάφορους προς τις ιερές ακολουθίες. Πρόκειται για ένα έργο που τοποθετείται στους πρώτους χριστιανικούς αιώνες, ως εκ τούτου αντανακλά χαρακτηριστικά της εποχής εκείνης. Δίνει βασικές αρχές μέσα από τις οποίες διαμορφώνεται η χριστιανική θεωρία. Είναι ένα κείμενο που επιβιώνει πολλά χρόνια, καθώς καθιερώνει βασικά ζητήματα δόγματος όπως είναι η ενανθρώπιση και η παρθενία. Δίνει σημαντικό ρόλο στη Θεοτόκο, που είναι κεντρικό πρόσωπο στη λατρεία και την τότε πρωτεύουσα, την Κωνσταντινούπολη. Συνδέεται με τις γραφές. Δεν θα μπορούσαν να παραληφθούν τα ιδιαίτερα λογοτεχνικά χαρακτηριστικά του, ο μεταφορικός λόγος και η ποικιλία εικόνων Με έναν τρόπο οικείο, καθημερινό και παραστατικό μιλά για το  υπερβατό, το νοητό και το ανώτερο.

Το 626 στα χρόνια του Ηρακλείου και του Πατριάρχη Σέργιου, η Κωνσταντινούπολη δέχτηκε επιθέσεις από εξωτερικούς εχθρούς, τους Αβάρους και τους Πέρσες. Οι Άβαροι κατέλαβαν την Παναγία των Βλαχερνών και τις επόμενες ημέρες σε συνεργασία με τους Πέρσες ήταν έτοιμοι για επίθεση. Τη νύχτα εκείνη, φοβερός ανεμοστρόβιλος δημιούργησε τρικυμία και κατέστρεψε τον εχθρικό στόλο. Άβαροι και Πέρσες λόγω σοβαρών απωλειών αναγκάστηκαν να αποχωρήσουν. Ως εκ θαύματος η Παναγία κατάφερε να σώσει την Πόλη από την μεγαλύτερη απειλή ως τότε στην ιστορία της. Ονομάστηκε Ακάθιστος,  γιατί προς τιμήν της Παναγίας έψαλλαν όρθιοι τον ύμνο.  Εδώ αξίζει να αναφερθούμε στο δεύτερο προοίμιο του έργου που συνδέεται με τα προαναφερθέντα γεγονότα, δηλαδή τη θαυματουργική σωτηρία της Κωνσταντινούπολης από τους εξωτερικούς εχθρούς. Στο προοίμιο φαίνεται να απευθύνεται η ίδια η Πόλη προς την Θεοτόκο σε πρώτο πρόσωπο, απευθύνοντας νικητήριο ύμνο για τη σωτηρία της.

«Τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ τὰ νικητήρια,

ὡς λυτρωθεῖσα τῶν δεινῶν εὐχαριστήρια,

ἀναγράφω σοι ἡ Πόλις σου Θεοτόκε.

Ἀλλ’ ὡς ἔχουσα τὸ κράτος ἀπροσμάχητον,

ἐκ παντοίων με κινδύνων ἐλευθέρωσον,

ἵνα κράζω σοι· Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε».

Σύμφωνα με τις τυπικές διατάξεις ο Ακάθιστος ύμνος ψάλλεται. τμηματικά κατά στάσεις την Παρασκευή της Α΄, Β΄, Γ΄ και Δ΄ εβδομάδας των Νηστειών στο Μικρό Απόδειπνο (Χαιρετισμοί) και ολόκληρος την Παρασκευή της Ε΄ Εβδομάδας των Νηστειών στο Μικρό Απόδειπνο (Ακολουθία του Ακάθιστου). Η ακολουθία του Ακάθιστου  αποτελείται από τον ιερό κανόνα και τους 24 οίκους (κοντάκιο) του Ακάθιστου, των «Χαιρετισμών». Ο  ασματικός κανόνας «Χριστοῦ βίβλον ἔμψυχον…», είναι έργο του υμνογράφου αγίου Ιωσήφ. Όσον αφορά τη λειτουργική θέση του ύμνου ως ημέρα εορτασμού σημειώνεται η 25η Μαρτίου. Καταλήγουμε όμως στο συμπέρασμα από τα παλαιά αυτά χειρόγραφα ότι μεταφέρθηκε η ακολουθία από την 25η Μαρτίου στο Σάββατο της πέμπτης εβδομάδας των νηστειών. Αυτή η μεταφορά είναι έργο μεταγενέστερο.

Ο Ακάθιστός Ύμνος περιέχει αλφαβητική ακροστιχίδα, δηλαδή από το Α ως το Ω, κάθε οίκος (στροφή) ξεκινά με το αντίστοιχο ελληνικό γράμμα της αλφαβήτου και έχει 24 οίκους. Το πρώτο μέρος είναι το αφηγηματικό και το δεύτερο είναι το δογματικό, όπου μιλάει για το δόγμα θεός και άνθρωπος στο ίδιο πρόσωπο. Το πρώτο τμήμα στηρίζεται στην αφήγηση του ευαγγελιστή Λουκά ενώ στο δεύτερο μέρος ο υμνογράφος εμπνέεται κυρίως από το κατά Λουκάν Ευαγγέλιο και κατά δεύτερο λόγο από το κατά Ματθαίον. Το δεύτερο τμήμα του ύμνου (Ν-Ω) περιέχει κυρίως θεολογικά θέματα, χριστολογικά, και μαριολογικά. Το εφύμνιο, που επαναλαμβάνεται μελωδικά στο τέλος κάθε οίκου, συνδέεται με τη λατρεία της Παναγίας. Μας δίνεται το γεγονός του θαύματος, πώς γίνεται δηλαδή να τεκνοποιήσει μια γυναίκα, παραμένοντας παρθένος, νύμφη δηλαδή που δεν έχει παντρευτεί «Χαίρε νύμφη ανύμφευτε».

Υπάρχουν πολλές θεωρίες και απόψεις για την πατρότητα και τον χρόνο σύνταξης του Ακάθιστου Ύμνου. Ο χρόνος λοιπόν σύνταξης του ύμνου, περιορίζεται γύρω στο τέλος του πέμπτου αιώνα και στην αρχή του έκτου. Σε αυτήν την περίπτωση ο ποιητής του έργου είναι σύγχρονος με τον Ρωμανό. Δεν έχει βέβαια ακόμα βρεθεί λύση καθολικά αποδεκτή για την πατρότητα και τον χρόνο σύνταξης του έργου. Πολλοί πιστεύουν ότι δημιουργός του ύμνου είναι ο Ρωμανός ο Μελωδός,  ο Κοσμάς ο Μελωδός (679/680- 752/754), επίσκοπος Μαϊουμά της Φοινίκης, είναι σύμφωνα με τον Θ. Δετοράκη ο συνθέτης του Ακάθιστου Ύμνου.

Η παιδαγωγική αξία του Ακάθιστου Ύμνου  είναι μεγάλη και έχει πολλές απηχήσεις και επιδράσεις.  Έχουν αναφερθεί κλασικές απηχήσεις όπως ομηρικές και από την αρχαία τραγωδία. Η  επίδραση στις ψυχές των πιστών ήταν τέτοια, ώστε, ώστε πολλοί σύγχρονοι και μεταγενέστεροι ζωγράφοι επηρεάστηκαν και ζωγράφισαν εικόνες με παραστάσεις παρμένες από στίχους του Ακάθιστου. Μεγάλη είναι επίσης η επίδραση του Ακάθιστου Ύμνου στη Βυζαντινή Υμνογραφία. Πολλά εκκλησιαστικά τροπάρια έχουν συγγένεια θέματος με τον Ακάθιστο. Οι άπειρες άμεσες απηχήσεις του Ακάθιστου φθάνουν ως τη νεοελληνική Λογοτεχνία και τη ζωντανή παράδοση του λαού μας. Η Παναγία είναι εμπνεύστρια πηγή σε κείμενα της πεζογραφίας και στους νεοέλληνες ποιητές.

Για τον ορθόδοξο ελληνισμό αποτελεί παράλληλα και ζωντανή έκφραση του εθνισμού του. Σε αυτόν το γένος ζει τις περιπέτειες και τα μεγαλεία του. Λόγω της σύνδεσης του Ακάθιστου με πολεμικά γεγονότα, με επιδρομές εχθρών του Βυζαντίου και διάφορες ιστορικές αφορμές, κατά τις οποίες πιστεύεται ότι επαναλαμβανόταν η ακολουθία του ως ευχαριστήρια, πολλοί υπογράμμισαν τη μεγάλη σημασία του ύμνου και από άποψη εθνική. Λέει ο Κ. Παπαρρηγόπουλος στην «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους»: «Η ακολουθία του Ακαθίστου Ύμνου δεν παύει πληρούσα τας καρδίας ημών ελπίδος περί αισιωτέρου μέλλοντος.»  Πίστη και πατρίδα συνδυάζονται αρμονικά και αποτυπώνονται στο θαυμάσιο αυτό δημιούργημα.

Ο Ακάθιστος Ύμνος βοηθάει τους πιστούς να προσεγγίζουν την Υπεραγία Θεοτόκο και να την ανυμνούν με ευγνωμοσύνη. Ψάλλεται εδώ και αιώνες επίσημα και πανηγυρικά στους ναούς μας και πληρώνει τις καρδιές των πιστών με ευφροσύνη και με κατάνυξη. Κανένα άλλο κείμενο δεν χρησιμοποιήθηκε τόσο πολύ όσο αυτό για να εκφράσει τα εγκώμια, τη δοξολογία και τη δέησή μας προς τη Μητέρα του Κυρίου και τη δική μας μητέρα. Ο Ακάθιστος Ύμνος και οι δύο παρακλητικοί κανόνες είναι σαφές παράδειγμα λαϊκής λειτουργικής ευσέβειας. Ο λαός προστρέχει στο ναό, στη Μητέρα του Χριστού και των ανθρώπων. Εκείνη είναι το δοξασμένο πρότυπό μας, ο εκπρόσωπός μας ενώπιον του θρόνου του Υιού της. Εκείνη ανέδειξε, χάρη στη δική της ωραιότητα, ωραία και την κοινή ανθρώπινη φύση. Η Θεοτόκος εδώ και δύο χιλιάδες χρόνια παραμένει φωτεινός δείκτης για κάθε πιστό. Βλέπουν στη μορφή της το πρότυπο της κόρης, το πρότυπο της μητέρας, το πρότυπο της αγίας. Στη συνείδηση του λαού ο Ακάθιστος Ύμνος ενσαρκώνει την άμεση σχέση της Θεοτόκου ως σκέπης και προστασίας με την ενότητα αλλά και τη διατήρηση του ελληνισμού. Μπορούμε λοιπόν συμπερασματικά να πούμε ότι στον Ακάθιστο Ύμνο συμπυκνώνεται η Ορθόδοξη Παράδοση, προβάλλεται το δόγμα της πίστεως, ανακλάται το μυστικό ασκητικό ήθος της Εκκλησίας, συγκλονίζεται η λατρεύουσα ψυχή της Ορθοδοξίας.

Ο Ακάθιστος Ύμνος γράφτηκε μια ιστορική στιγμή, όμως σιγοψάλλεται κάθε χρόνο στην Ορθόδοξη Εκκλησία, δίχως να χάνει το νόημά του, τη σημασία και την αξία του. Στο χρόνο της λειτουργικής πράξης χάνεται το παρελθόν και πρεσβεύεται το αιώνιο παρόν. Το «σήμερον» των ύμνων μας δείχνει την ανάγκη της συμμετοχής στα ιερά μυστήρια της ορθόδοξης εκκλησίας και επιβεβαιώνει την άποψη ότι μέσα από αυτό γινόμαστε κοινωνοί όλων των αγαθών που απορρέουν από την θυσία του Ιησού. Οι εορτές της εκκλησίας και οι μνήμες των Αγίων δεν αποτελούν ιστορικούς επετείους, δεν πρέπει να γυρίσουμε πίσω για να τους δούμε αλλά είναι παρούσες και συνεχίζονται στο χώρο και τον χρόνο της Εκκλησίας.

Καταληκτικά είναι απαραίτητο να σημειωθεί ότι σε μια εποχή όπου κυριαρχεί ο ήχος και η εικόνα, η γνώση του διαφορετικού προϋποθέτει τη γνώση για το οικείο. Στη σύγχρονη εποχή, η διδασκαλία της ελληνορθόδοξης παράδοσης, της ελληνικής ιστορίας και γλώσσας φαίνεται να αντιμετωπίζουν προβλήματα. Ο υμνολογικός πλούτος παραμένει ανεκμετάλλευτος από την πλειονότητα των πιστών, ιδίως των νέων. Γι αυτό είναι αναγκαία μια οργανωμένη  αντίσταση, ώστε να αντιμετωπιστούν τα προβλήματα και έτσι η  μελέτη της ορθόδοξης παράδοσης να γίνει  μέσο και οδηγός της αγωγής των πιστών.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

Δετοράκη Θ., Βυζαντινή Υμνογραφία, Ηράκλειο, 1997

 

Δετοράκη Θ., Κλασσικαί ἀπηχήσεις εἰς τήν Βυζαντινήν Ὑμνογραφίαν, Εταιρεία Βυζαντινών Σπουδών, Αθήνα, 1973, (ανάτυπο)

 

Παπαρρηγόπουλου Κ., Ιστορία του Ελληνικού Έθνους

 

 

 

PHP Code Snippets Powered By : XYZScripts.com