28/07/2026

Η συγ­χώ­ρε­ση εί­ναι η αρ­χι­κή έκ­φρα­ση της α­γά­πης, το πρώ­το ά­νοιγ­μα της αγ­κα­λιάς μας για να δε­χτού­με μέ­σα της, ό­λον τον κό­σμο. Το να α­γα­πά­με εί­ναι μια γι­ορ­τή συ­νάν­τη­σης, η δια­ρκής ευ­και­ρί­α μας να συμ­με­τέ­χου­με στη ζω­ή ευ­χα­ρι­στια­κά, αλ­λά και δι­καί­ω­μα α­κα­τά­λυ­το, που κα­νέ­νας δεν μπο­ρεί να μας το στε­ρή­σει. Το μο­να­δι­κό εμ­πό­διο εί­ναι ο α­νώ­ρι­μος ε­αυ­τός μας.

Μέ­σα στην α­γά­πη ό­μως, ω­ρι­μά­ζει και ο­λο­κλη­ρώ­νε­ται ο άν­θρω­πος. Γι’ αυ­τό και η συγ­χώ­ρε­ση, εί­ναι κι έ­να ξε­κί­νη­μα για την ω­ρι­μό­τη­τα. Μέ­σα α­πό αυ­τή τη δι­α­δι­κα­σί­α και ε­νώ συν­δι­α­λέ­γε­ται κα­νείς με τη συ­νεί­δη­ση του, α­πο­κτά ον­τό­τη­τα, ε­νι­σχύ­ει με δι­αλ­λα­κτι­κό­τη­τα την προ­σω­πι­κό­τη­τα του, μα­θαί­νει να α­πευ­θύ­νε­ται με προ­σή­νεια στους “άλ­λους“, κα­λών­τας τους, κοι­νω­νούς και μέ­το­χους στη ζω­ή του.

Το να βρε­θείς στον “ί­διο χώ­ρο” με έ­να άλ­λο πρό­σω­πο (συγ-χώ­ρε­ση), ε­ξαρ­τά­ται α­πό τη βού­λη­ση και των δυ­ο. Ο κα­θέ­νας ό­μως, πρέ­πει να προ­ε­τοι­μά­σει κα­τάλ­λη­λα τον δι­κό του χώ­ρο, για μια υ­πο­δο­χή ει­λι­κρι­νή, ευ­πρε­πή και ε­ορ­τα­στι­κή. Και βέ­βαι­α ο μό­νος “δι­κός μας” χώ­ρος εί­ναι η καρ­διά μας. Συγ­χω­ρώ λοι­πόν, ση­μαί­νει θέ­λω, δέ­χο­μαι, μοι­ρά­ζο­μαι τον χώ­ρο της καρ­διάς μου, δη­λα­δή α­γα­πώ.

Δεν ζη­τού­με συγ­γνώ­μη, ού­τε συγ­χω­ρού­με, για να μεί­νου­με πά­λι μό­νοι. Στη μο­να­ξιά δεν υ­πάρ­χει ε­ορ­τα­σμός. Μοι­ρα­ζό­μα­στε τα αι­σθή­μα­τα μας με τους άλ­λους, για να τους έ­χου­με πάν­τα μα­ζί μας. Ό­λους, χω­ρίς δι­α­κρί­σεις. Με προ­τι­μή­σεις, αλ­λά χω­ρίς ε­ξαι­ρέ­σεις. Με αρ­χή, αλ­λά χω­ρίς τέ­λος.

Η α­γά­πη ξε­κι­νά α­πό τη συγ­γνώ­μη, ό­πως και η Σα­ρα­κο­στή με τον κυ­ρι­α­κά­τι­κο ε­σπε­ρι­νό της Τυ­ρι­νής και κο­ρυ­φώ­νε­ται με τη θυ­σί­α, σαν την πο­ρεί­α προς τον Γολ­γο­θά και την Σταύ­ρω­ση. Η γνη­σι­ό­τη­τα της α­γά­πης ό­μως, εί­ναι η δυ­να­τό­τη­τα της να θρι­αμ­βεύ­ει πέ­ρα α­πό τη θυ­σί­α, πέ­ρα α­πό τον θά­να­το, στην α­να­στά­σι­μη ζω­ή του σώ­μα­τος του Χρι­στού.

Με τον Ε­σπε­ρι­νό (ή την Α­κο­λου­θί­α) της Α­γά­πης, α­νή­με­ρα το Πά­σχα, η Εκ­κλη­σί­α ε­ορ­τά­ζει και βι­ώ­νει αυ­τό το γε­γο­νός της πλη­ρό­τη­τας της θε­ϊ­κής προ­σφο­ράς, που ε­νέ­χει το α­πό­λυ­το της θε­ό­τη­τας. Δεν μπο­ρείς να α­γα­πάς λί­γο, ε­πι­λε­κτι­κά, πε­ρι­στα­σια­κά ή υ­πό ό­ρους. Η α­γά­πη εί­ναι πο­τα­μός ορ­μη­τι­κός και φλό­γα, που η α­λή­θεια της συγ­κλο­νί­ζει και η ε­λευ­θε­ρί­α της συ­ναρ­πά­ζει.

Ο Χρι­στός, μας ο­δη­γεί στον δρό­μο της α­λή­θειας και της ε­λευ­θε­ρί­ας: «Ε­άν α­φή­τε τοις αν­θρώ­ποις τα πα­ρα­πτώ­μα­τα αυ­τών, α­φή­σει και υ­μίν ο πα­τήρ υ­μών ο ου­ρά­νιος· ε­άν δε μη α­φή­τε τοις αν­θρώ­ποις τα πα­ρα­πτώ­μα­τα αυ­τών, ου­δέ ο πα­τήρ υ­μών α­φή­σει τα πα­ρα­πτώ­μα­τα υ­μών» (Μτ. 6, 14-15).

Η δι­α­τύ­πω­ση εί­ναι σα­φής, ε­πί­πε­δη και ε­πο­μέ­νως σκλη­ρή. «Αν συγ­χω­ρή­σε­τε τους άλ­λους, θα σας συγ­χω­ρή­σει κι ε­σάς ο Θε­ός, αν δεν τους συγ­χω­ρή­σε­τε, ού­τε ο Θε­ός θα συγ­χω­ρή­σει ε­σάς». Ό­ποι­ος πα­ρα­μέ­νει στην κο­σμι­κή λο­γι­κή, βρί­σκει δί­και­α τα λό­για αυ­τά. Ό­μως ο Χρι­στός, ήρ­θε να α­πα­λύ­νει τη δι­και­ο­σύ­νη του Νό­μου, να της προσ­δώ­σει την προ­ο­πτι­κή της χά­ρι­τος και του ε­λέ­ους.

Ε­κεί­νος που α­να­γνω­ρί­ζει την έμ­πρα­κτη θυ­σί­α στο βλέμ­μα του Ι­η­σού, δεν βλέ­πει στα λό­για Του το γράμ­μα του Νό­μου, αλ­λά τα προσ­λαμ­βά­νει με τη συγ­χω­ρη­τι­κή γλυ­κύ­τη­τα του βλέμ­μα­τος Του: «αν δέ­χε­στε στην καρ­διά σας τους α­δελ­φούς σας, τό­τε δέ­χε­στε και την α­γά­πη του Πα­τέ­ρα σας· αν κρα­τά­τε κλει­στή την καρ­διά σας στους α­δελ­φούς σας, την κρα­τά­τε κλει­στή και για τον Πα­τέ­ρα σας».

Ο Θε­ός δεν α­σκεί ε­ξου­σί­α, εί­ναι ε­ξου­σί­α και την εκ­φρά­ζει θε­ϊ­κά, με την δυ­να­μι­κή της α­γά­πης Του, που δεν ε­πι­βάλ­λει δε­σμά, αλ­λά δη­μι­ουρ­γεί ε­νερ­γούς δε­σμούς ε­λευ­θε­ρί­ας. O­ι δε­σμοί της ε­νό­τη­τας και τα ό­ρια της ε­λευ­θε­ρί­ας του Πα­ρα­δεί­σου, προσ­δι­ο­ρί­ζουν χω­ρίς να πε­ρι­ο­ρί­ζουν. Η ε­λευ­θε­ρί­α δεν εί­ναι κα­τά­στα­ση, εί­ναι ε­νέρ­γεια με υ­πό­στα­ση, με ε­ξέ­λι­ξη και προ­ο­ρι­σμό. Σαν την κοι­νω­νί­α και την πλη­ρό­τη­τα. Εί­ναι έν­νοι­ες που τεί­νουν στην τε­λεί­ω­ση τους, στο Πρό­σω­πο του Θε­ού.

Η α­νά­δει­ξη της ε­λευ­θε­ρί­ας του αν­θρώ­που, τεκ­μη­ρι­ώ­νε­ται στην Α­νά­στα­ση του Χρι­στού. Κι ε­πει­δή η ε­λευ­θε­ρί­α δεν δι­α­χω­ρί­ζε­ται α­πό την υ­πευ­θυ­νό­τη­τα, ο κα­θέ­νας μας πρέ­πει να α­να­λά­βει ε­λεύ­θε­ρα την ευ­θύ­νη, να ε­πι­δι­ώ­ξει ο ί­διος και να κερ­δί­σει τη σω­τη­ρί­α του, στη συ­νάν­τη­ση του με τον α­να­στη­μέ­νο Χρι­στό.

Το πρό­τυ­πο, “η ο­δός“, εί­ναι η α­να­μάρ­τη­τη πο­ρεί­α του Χρι­στού στη γη, που α­πο­τε­λεί και την ε­πι­βε­βαί­ω­ση της δυ­να­τό­τη­τας του κά­θε αν­θρώ­που, να υ­περ­βεί τις δε­σμεύ­σεις της ύ­λης και να υ­πο­τά­ξει τους μη­χα­νι­σμούς της στο πνεύ­μα του. Να α­πο­κτή­σει συ­νεί­δη­ση της ο­μοί­ω­σης προς την ει­κό­να του Θε­ού, που φέ­ρει το πρό­σω­πο του.

Η “συ­νει­δη­τή“ α­πό­φα­ση να α­κο­λου­θή­σεις τον Ι­η­σού, εί­ναι η α­πό­λυ­τη έκ­φρα­ση της πί­στης στο πρό­σω­πο Του, που φλο­γί­ζει την καρ­διά με α­γά­πη και πυ­ρα­κτώ­νει τον νου με τα­πεί­νω­ση. Μό­νο έ­τσι αλ­λοι­ώ­νε­ται ο άν­θρω­πος στη ζω­ή του.

Ό­ποι­ος το θέ­λει α­λη­θι­νά, μπαί­νει στον Πα­ρά­δει­σο α­πό τώ­ρα. Κό­βον­τας δυ­να­μι­κά τις ε­ξαρ­τή­σεις που τον δε­σμεύ­ουν σε μά­ται­ες κο­σμι­κές α­ξί­ες. Ξε­περ­νών­τας ο­ρι­στι­κά τα συμ­πλέγ­μα­τα και τις α­να­στο­λές της βι­ο­λο­γι­κής του κα­θή­λω­σης, χω­ρίς να κοι­τά­ζει πί­σω. Πα­ρα­κάμ­πτον­τας δη­λα­δή ου­σι­α­στι­κά, τις α­μαρ­τί­ες.

Η πνευ­μα­τι­κή αλ­λοί­ω­ση και η α­πο­μά­κρυν­ση α­πό την α­μαρ­τί­α, ε­ξα­γνί­ζουν το πρό­σω­πο και το ο­δη­γούν στην α­γι­ο­σύ­νη και τη θέ­ω­ση. Στη κα­θη­με­ρι­νή μας ζω­ή, οι στό­χοι αυ­τοί προ­σεγ­γί­ζον­ται μέ­σα α­πό την “προ­σπά­θεια“ να πα­ρα­μεί­νου­με στα­θε­ροί σε μια πο­ρεί­α βι­ω­μα­τι­κής α­γά­πης, σε ό­λες τις φά­σεις της δι­α­δρο­μής της, ο κα­θέ­νας στον ρό­λο που ο Θε­ός του α­νέ­θε­σε.

Μι­χα­ήλ Σ. Ψα­ράς

PHP Code Snippets Powered By : XYZScripts.com